Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010




κινείται γιατί χαίρεται που υπάρχει........

καλό καλοκαίρι........

.

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

37... Όταν ξέσπασε η βια.

(κλικ)

"Όταν ξέσπασε η βια" - "Deliverance", 1972
Τζον Μπούρμαν





"Μία από τις καλύτερες ταινίες (αν όχι η καλύτερη) του Μπούρμαν βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του James Dickey, ο οποίος έγραψε και το σενάριο, και θέλει τέσσερις επιχειρηματίες από την Ατλάντα να αποζητούν την επαφή με τη φύση και την περιπέτεια, αποφασίζοντας κάποιο σαββατοκύριακο να κατέβουν με κανό τον ποταμό Καχουλαουάσι, πριν το υπό κατασκευή φράγμα πλημμυρίσει την περιοχή αλλάζοντας ριζικά το τοπίο. Ο εφιάλτης θα εμφανιστεί με τη μορφή δύο μεθυσμένων ντόπιων οι οποίοι, με την απειλή όπλου, βιάζουν τον έναν της παρέας. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Σε ένα πρωτόγονο περιβάλλον, όπου η ηρεμία της φύσης εμπνέει φόβο, οι τέσσερις άντρες θα δοκιμάσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της περιπέτειας που επέλεξαν και θα πληρώσουν το τίμημα. Συνεπικουρούμενος από την εκπληκτική φωτογραφία του Βίλμος Ζίγκμοντ, η κάμερα του οποίου αιχμαλωτίζει το ποτάμι σε όλες του τις φάσεις, ο Ιρλανδός σκηνοθέτης έστησε μια ταινία γεμάτη οικολογικές αναφορές, "δυνατή", σοκαριστική και συνάμα απλή στην αφήγηση, χωρίς εξεζητημένη κινηματογράφηση. Σκηνή ανθολογίας η μουσική "μονομαχία" κιθάρας και μπάντζο, οι Νεντ Μπίτι και Ρόνι Κοξ έκαναν ντεμπούτο σε αυτό το φιλμ, ο ίδιος ο συγγραφέας κρατά το ρόλο του σερίφη και ο πιτσιρίκος που εμφανίζεται ως γιος του Βόιτ είναι ο γιος του σκηνοθέτη τον οποίο αργότερα χρησιμοποίησε ως πρωταγωνιστή στο "Σμαραγδένιο δάσος". Το "Deliverance" ήταν υποψήφιο για τρία Όσκαρ, ισάρριθμα BAFTA και πέντε Χρυσές Σφαίρες, χωρίς όμως να διακριθεί σε καμία από τις διοργανώσεις." (πηγή..)
.

Σάββατο, 3 Ιουλίου 2010

36... Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι.

(κλικ)

"Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι" - "Last tango in Paris", 1972
Μπερνάρντο Μπερτολούτσι




"Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι ο Πωλ (Τελευταίο τανγκό) είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας στο στυλ του Μίλλερ ή του Μπατάιγ.

Στην αρχή ο ήρωας φαίνεται πολύ λογοτεχνικός. Κινείται μέσα στο Παρίσι σαν ένας κυνηγός της αυθεντικότητας , της διαθεσιμότητας, ξεριζωμένος, όπως ήταν ο Χένρυ Μίλλερ ή κάποιος ήρωας των μυθιστορημάτων του. Τα βιβλία του Μίλλερ, του Μπατάιγ και του Μπρετόν είναι οι λογοτεχνικοί πρόγονοι του Τελευταίου Τανγκό.

Σε ένα έργο πάντα βάζει κανείς κάτι απ' τον εαυτό του. Αυτό ισχύει και για το Τελευταίο τανγκό;

Αφέθηκα να με οδηγήσει το υποσυνείδητό μου. Θέλησα να δείξω ότι είναι δυνατό δυο άνθρωποι να πνίξουν την μοναξιά τους κάνοντας έρωτα σαν ζώα. Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι είναι μια ταινία αγάπης, σοβαρή, σκληρή, ένα έργο που μου φαίνεται πολύ ηθικό. Αν κάποιος άνδρας δεν τολμά να κοιτάξει κατά πρόσωπο την ταινία, αυτό σημαίνει ότι δεν δέχεται να αμφισβητήσει τον ανδρισμό του, ότι φοβάται ν' αναρωτηθεί: Ποιος είμαι; Ποια είναι πραγματικά η σύντροφός μου; Με ρωτάτε τι υπάρχει από τον εαυτό μου στην ταινία. Πολλά, μα όχι αρκετά. Κατόρθωσα μόνο εν μέρει να κλείσω τους λογαριασμούς μου με την εποχή του '60 και την εφηβεία μου. Πράγματα που πίστευα ότι είναι το τέρμα, γυρίζοντας την ταινία ανακάλυψα ότι ήταν η αφετηρία, μια πλατφόρμα για να προχωρήσω πιο πέρα.

Η τελική απόφαση της Ζαν να απελευθερωθεί από τον Πωλ, δεν μου φαίνεται ότι δικαιολογείται όπως θα έπρεπε.

Δεν είναι καθόλου δικαιολογημένη. Το αντιλήφθηκα όταν διάβασα την κριτική της Πωλίν Καέλ που έλεγε: Η Μαρία Σνάιντερ είναι σαν εκείνους τους τόσο ποιητικούς ήρωες του γαλλικού κινηματογράφου και της λογοτεχνίας - νομίζω ότι σκεφτόταν την Σκύλα του Ρενουάρ - που πατούν επί των πτωμάτων των εραστών τους με χάρη και χωρίς να προβληματίζονται. Όταν η Μαρία Σνάιντερ λέει στο τέλος: "Δεν τον έχω δει ποτέ μου", λέει ψέματα κι αλήθεια ταυτόχρονα. Δεν ήξερε τι ήταν ο Πωλ. Κι εκείνη τη στιγμή επιχειρεί μια βίαιη ρήξη, όπως το συνηθίζει η γαλλική αστική τάξη που έκανε την επανάσταση του 1789 απολαμβάνει την πολυτέλεια της αντίδρασης. Από τη στιγμή που ο Μπράντο αποκαλύπτοντας την ταυτότητά του μεταβάλλεται άθελά του σε ασθμαίνοντα και βίαιο ήρωα, χάνει όλη τη ρομαντική ακτινοβολία του και δεν ενδιαφέρει πια την Ζαν. Για τον αστικό τρόπο σκέψης, ορισμένα πράγματα δεν γίνονται αποδεκτά παρά μόνο αν περιβάλλονται με μια ρομαντική ψευδαίσθηση.




Μπορούμε να δούμε το Τελευταίο τανγκό σαν μια οιδιπόδεια προβολή της νεαρής κοπέλας. Εκείνη είναι 19 χρονών, εκείνος 43. Αν τα σχηματοποιήσουμε λίγο, ο Πωλ αισθάνεται "γιος" της Ρόζας, της γυναίκας του που αυτοκτόνησε, και "πατέρας" της Ζαν.

Ναι. Πράγματι πιστεύω ότι μέσα στα ανομολόγητα όνειρα πολλών ανδρών και γυναικών, υπάρχει συχνά ερωτική έλξη για τους άγνωστους (άγνωστες). Το να υφίστασαι τη βία ενός ξένου (ξένης) είναι ένα από τα πιο κοινά όνειρα. Στην περίπτωση του Τελευταίου τανγκό, πιστεύω ότι μπορούμε να μιλήσουμε για mutual agreement, για αμοιβαία συμφωνία, για συνενοχή μεταξύ αυτού που υφίσταται τη βία και του εκτελεστή της, όπως συμβαίνει πάντα στις σαδομαζοχιστικές σχέσεις. Όταν η μητέρα φιλώντας το παιδί της του λέει: "Θα σε φάω", ή όταν δυο εραστές δαγκώνουν μαλακά το λαιμό, πρόκειται για τον ίδιο τύπο ορμών με το Τελευταίο τανγκό. Παρουσίασα την επιθετικότητα που υπάρχει στη λίμπιντο και στη σεξουαλικότητα.

Πιστεύετε στη δυνατότητα μιας ισορροπημένης σχέσης μεταξύ των δυο φύλων;

Ναι, πιστεύω ότι μέσα στην ενήλικη σχέση φθάνουμε στην ολοκληρωμένη σεξουαλικότητα, όταν εγκαταλείπουμε αυτό που στην ψυχανάλυση αποκαλείται "διαστροφές". Όμως κατά βάθος, ποιος ενδιαφέρεται για την πραγματοποιημένη σεξουαλικότητα; Υπάρχει στα επιστημονικά εργαστήρια, αλλά ποιος ξέρει αν υπάρχει στην πραγματικόττητα.




Πως εξελίχθηκε η συνεργασία σας με τον Μπράντο;


Πριν κάνω την ταινία ο Μπράντο μου είπε: "Ελάτε δυο-τρεις βδομάδες, έτσι να μιλήσουμε λίγο". Μιλήσαμε για τα πάντα εκτός από την ταινία, κι αυτό τελικά ήταν πολύ χρήσιμο. Μου είχαν πει ότι ήταν δύστροπος κι ότι σαν ηθοποιός είχε σβήσει. Εγώ τον βρήκα ενθουσιώδη με τον τρόπο του, συνεργάσιμο και πολύ γλυκό. Μ' αρέσει να γοητεύομαι από τους ανθρώπους που κινηματογραφώ και ταυτόχρονα να τους γοητεύω, όπως στις ερωτικές ιστορίες. Είχαμε σχέσεις καθαρά συγκινησιακές, ενστικτώδικες. Δεν του ζήτησα να γίνει ο ήρωας της ταινίας, αλλά να παίξει έτσι ώστε ο ήρωας του σεναρίου να γίνει Μπράντο. Νομίζω ότι το εγχείρημα μάλλον πέτυχε. Ο Μπράντο ταυτίστηκε απόλυτα με την ιστορία. Γι αυτό πιστεύω ότι ο ρόλος του Πωλ είναι μια από τις καλύτερες ερμηνείες του Μπράντο. Ξαναβλέποντας ορισμένες από τις πρώτες του ταινίες, όπως το Λιμάνι της αγωνίας για παράδειγμα, τον βρίσκω πολύ μανιεριστή, πρώτο μαθητή του Στράσμπεργκ, ωραίο αλλά ανυπόφορο. Στο Τελευταίο τανγκό ο Μπράντο άφησε στην άκρη την τεχνική του Στανισλάβσκι κι έβγαλε την αλήθεια της ζωής, των συναισθημάτων του και του στυλ του, σαν αλήθεια κι όχι σαν άμυνα. Ταυτίστηκε με τον ήρωα κι η ταινία έγινε ένα είδος κινηματογράφου-αλήθεια, όπου συχνά εγώ περιοριζόμουν στο να τον ρωτώ (όπως όταν αφηγείται την παιδική του ηλικία στη Νεμπράσκα). Κατά μια έννοια το Τελευταίο τανγκό είναι ένα είδος μακριάς συνομιλίας μέσα σ' ένα αφηγηματικό πλαίσιο.

Συμπεριφέρεστε πάντα έτσι στους ηθοποιούς;

Ναι, προσπαθώ να προσαρμόσω, να ενσωματώσω στη σάρκα εκείνου που βρίσκεται μπροστά στην κάμερα, τον ήρωα του σεναρίου, που δεν έχει καμία φυσική υπόσταση: για μια ακόμα φορά είμαι υπέρμαχος της πραγματικότητας. Είμαι μάλιστα έτοιμος να πάω πιο πέρα από μια απλή σχέση ταυτότητας, ανανεώνοντας και απορρίπτοντας ότι έχω γράψει μέχρι τότε, αν βρω ότι το ζωντανό υλικό που έχω μπροστά μου είναι πιο πλούσιο.




Όταν γυρίζατε το Τελευταίο τανγκό, περιμένατε να έχει τη λαϊκή υποδοχή που τελικά είχε;


Όχι, βέβαια! Αναρωτιόμουν τρομοκρατημένος: Ποιος θα πάει να δει μια τέτοια ταινία; Νόμιζα ότι ήταν μια ταινία πάνω στην μοναξιά, την έλλειψη ευτυχίας, μια ταινία καταθλιπτική... Κανείς δεν περίμενε αυτό που συνέβη. Ήταν σαν ένα είδος αγώνα ταχύτητας. Οι αμερικάνοι διανομείς έκαναν τον απολογισμό του Τύπου και μου είπαν ότι ποτέ δεν έγινε μια τόσο τεράστια διαφήμιση με τόσο ελάχιστα χρήματα. Δεν ξόδεψαν σχεδόν τίποτα. Ήταν μια περίπτωση αυθόρμητης διαφήμισης.

Έχετε κάποια θεωρία που να εξηγεί αυτή την απίστευτη επιτυχία;

Η δύναμη της ταινίας, δεν ξέρω τι άλλο να πω.

Αναρωτιέμαι αν ο Μπερτολούτσι δεν είχε και μια δεύτερη πρόθεση, να προκαλέσει μια ενδόμυχη αντίδραση στο θεατή.

Πιστεύω ότι υπάρχουν μια, δυο, τρεις, τέσσερις προθέσεις. Οι ταινίες μου είναι γεμάτες από προθέσεις. Ο τελικός σκοπός μου είναι να συμπέσει μια κάποια εκφραστική αναγκαιότητα με το μάτι και το αυτί αυτού που βλέπει την ταινία. Θέλετε ίσως να μου πείτε, για παράδειγμα, ότι δε θα έπρεπε να μετατρέψω σε μέσο σοδομισμού της Μαρίας Σνάιντερ στο Τανγκό ένα προϊόν σαν το βούτυρο, σύμβολο της οικιακής γαλήνης, που το τρώμε κάθε πρωί στο πρόγευμα αλειμμένο στο ψωμί. Γιατί να στερηθούμε την ελευθερία να χρησιμοποιήσουμε υλικά της καθημερινής ζωής, ακολουθώντας όμως ένα διαφορετικό δρόμος; Δεν είχα όμως την πρόθεση να κάνω κάτι αισθησιακό, αν αυτό υπονοείτε. Ο έρωτας μέσα από την "παραβίαση", ναι. Εκείνη την εποχή διάβαζα πολύ Μπατάιγ κι επηρεάστηκα πολύ από την τάση του αυτή."

("Μπερνάρντο Μπερτολούτσι", Aldo Tassone, Εκδόσεις Αιγόκερως)
.