Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008

1 > 2 > 3

Το πορφυρό ξωτικό της talisker με κάλεσε να συμμετέχω στο παιγχνίδι :

άνοιξε στην σελίδα 123 το πρώτο βιβλίο που θα βρεθεί μπροστά σου
και δημοσίευσε την 6η, 7η και 8η πρόταση
στην συνέχεια προσκάλεσε και συ άλλους 5 να κάνουν το ίδιο

Λοιπόν:



"Έβρισκε το τόλμημα ανόητο, αλλά μιά ξεκάθαρη, φυσική ορμή, τον τραβούσε
θαρρείς σαν σχοινί απ' το λαιμό. Κι ενώ όλες οι παραστάσεις βούλιαζαν στο
κεφάλι του κι ενώ έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του πως καλύτερα θα έκανε
να κοιμηθεί, άρχισε μηχανικά να ανακάθεται πάνω στο στρώμα. Πολύ αργά
- ένοιωθε πως η ορμή εκείνη κέρδιζε έδαφος κι ότι η αντίστασή του είχε εξασθενήσει -
βρέθηκε σε λίγο καθισμένος πάνω στο κρεβάτι του."

και συνεχίζει

"Στην αρχή ένα χέρι,... ύστερα το πάνω μέρος του κορμιού του, μετά ένα γόνατο
κάτω απ' το σκέπασμα... μετά ξαφνικά, έτρεξε ξιπόλητος πατώντας στα νύχια
μέχρι τον Μπαζίνι, και κάθησε στην άκρη του κρεβατιού του."

από την εποχή που συνήθιζα να βάζω τελείες...



προσκαλώ τους :
garlands
msaz
subir
miammiam
e

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008



video


slowly slowly
keep your distance

( music by Amon Tobin )


Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

Σύνθεση



Καθώς προχωρώ ένα αόρατο χέρι με τραβάει πίσω. Πως μπορώ να "πεθάνω", χωρίς να "πεθάνω" ; Σκέφτομαι. Βλέπω σ' εμένα μία γυναίκα, μία θηλυκή ζωή, στην συνέχεια όμως βλέπω έναν αιχμάλωτο, μετά έναν νεκρό.
Ένα αόρατο χέρι με τραβά πίσω. Είμαι στον χώρο των νεκρών. Είμαι μωρό και αισθάνομαι φόβο. Κρατώ την αναπνοή μου. Τι νοιώθω όταν κόβεται το νήμα της ανάσας μου ; Πως μπορώ εδώ να περιμένω χωρίς προσδοκία ; Τα χέρια μου θέλουν να κινηθούν, να κάνουν κάτι, να φτιάξουν κάτι...
Ένα αόρατο χέρι με τραβά πίσω. Ποιά είναι η αντοχή του δοχείου μου ;
Θα σκάσει ; Κοινή σάρκα, δέρμα, ουσία...
Θα σκάσει ; Το στομάχι μου ανοιγοκλείνει το στόμα του...
Θα σκάσει ; πφφφφφφφφφ...
Ακούω τον αχό, φωνές ανθρώπων μέσα μου, μου λένε - Δέσποινα μη το κάνεις αυτό... Δέσποινα μη το κάνεις αυτό... ενώ το αριστερό μου χέρι υψώνεται προς τον λαιμό, και θυμάμαι πολλές φορές παλιότερα αυτές τις φωνές να λένε - Δέσποινα μη το κάνεις αυτό... Δέσποινα κινδυνεύεις... και έχω εικόνα πνιγμού... και το χέρι μου αγγίζει τον λαιμό μου, και τότε αισθάνομαι το δέρμα μου, βλέπω μόνο εμένα και καταλαβαίνω, ότι αυτές οι φωνές δεν υπάρχουν, εγώ είμαι που τις φτιάχνω, και δεν σταματώ, συνεχίζω την κίνηση, και μπαίνω σ' αυτήν και υψώνεται το δεξί μου χέρι στα γεννητικά όργανα ενώ με σταθερά πέλματα που στρίβουν επιτόπου, έρχομαι σε ένα όλο και πιο μεγάλο σπιράλ, και είναι σαν να τυλίγομαι με κάτι ζεστό, και είναι χειμώνας, και είμαι μόνη αλλά τίποτα κακό, επικίνδυνο δεν υπάρχει, μόνο οι φωνές που σβήνουν, και είναι απίστευτη η περιστροφή, και το χέρι το δεξί πάει πιο ψηλά στην κοιλιά μου και μένω στο τέλος της κίνησης που δεν τελειώνει, και κάποιος είναι στα πόδια μου και εγώ παίρνω δύναμη καθώς μου αγγίζει το αριστερό πέλμα, που η φτέρνα έχει σηκωθεί και λύνω την περιστροφή και επιστρέφω, και νοιώθω ελεύθερη.

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2008

Ο Καπετάν Φρη ( μέρος 3ο... και τελευταίο )


Κάποτε αδύναμος απ' τον πλαταγισμό δακρύων που χάνονται χωρίς πρόσωπο , βρέθηκε και στέριωσε σε μιαν απάνθρωπη ακτή μακριά απ' τα βλέμματα των επιτυχημένων . Φορές φορές σκεπτόταν ότι ο γκρεμός που υψωνόταν μπροστά του , ήταν το τείχος μιας μοναχικής ζωής , ένας καθρέπτης , το φλάμπουρο που ύψωσε ο Καπετάν Ατρόμητος , ο Καπετάν Φρη .

Ο χρόνος περνά και το θαλασσινό τοπίο δεν αλλάζει , μόνο παγώνει και θερμαίνεται , παγώνει και θερμαίνεται . Στην ανεμοζάλη του χειμώνα ονειρευόταν δύο χέρια να υψώνει κι αυτά να βροντούν το όχι τους στην κατακόρυφη κοιλάδα του ανάποδου. Άλλες φορές τα χέρια του μάτωναν , άλλες φορές κόβονταν και γίνονταν φτερά και σπάνια, πολύ σπάνια , η οθόνη της φαντασίας του αντανακλούσε μία καταστροφή… συσπείρωση και γκρέμισμα του όρθιου αναστήματος . Με τα μηνύματα της άνοιξης αναθυμόταν γεύσεις κι αισθήσεις , την ικανοποίηση του στομαχιού . Ονειρευόταν ένα στόμα που διψούσε μα χόρταινε , ρουφούσε νερό με το πράσινο πέπλο του , χαιρόταν το κύμα… για λίγο , γιατί γρήγορα ξεφύτρωναν οι βαρκάρηδες του καλοκαιριού , εφώναζαν και παίζαν . Τι εκκωφαντικά ακούγεται το κρώξιμο των γέλιων στα χαμηλά της θάλασσας ! Η χαρά της επιφάνειας , το παιχνίδι με τον ήλιο , η γλυκιά απαλότητα με την ευφρόσυνη αλμύρα , δεν συγγενεύουν με τον βυθό , με την κοιλάδα του ψυχικού ασυνείδητου… γιατί το ασυνείδητο , αυτή η διάσημη λέξη , βόσκει τη σάρκα της , στο σκοτεινό και υγρό λιβάδι των ακατάστατων ορμών μας… ο βυθός αναπαριστάτε σε πλήθος ζωγραφιές τρελλών… άκουσα κάτι του στυλ , μη κοιτάτε στα βαθειά , πιστέψτε ότι η αρχέγονη κραυγή ελευθερώνεται απ’ το αναποφάσιστο ψαράκι της ακτής…

Το καλοκαίρι πέρασε χωρίς φωνή , χωρίς τη δυνατότητα αντίστασης και στην ελάχιστη κίνηση . Επιθυμούσε τη σκιά , τα κρύα ρίγη να εναλλάσσονται με τα ζεστά , σαν αποτέλεσμα , ονειρευόταν την τελευταία ανάσα και την εκσπερμάτωση του κρεμασμένου . Ένα σεντόνι ήρθε και σκέπασε τη λύπη του… το φθινόπωρο ήρθε… η ζωή μελαγχόλησε , μια γλυκιά μελωδία γεννήθηκε . Με συνοδεία το φεγγάρι ονειρεύτηκε ένα τρελό χορό . Όλα συμμάχησαν κι αγκαλιάστηκαν , σπαρτάρησαν από θύμησες , δάκρυσαν και γέλασαν , ποτέ δεν κιτρίνισαν . Η ησυχία χρωστά στην Περσεφόνη το φθινοπωρινό πυρετό της… η θάλασσα δεν ξαναγεννιέται γιατί συνέχεια τραγουδά… ο φίκος χόρευε πότε με ένα χταπόδι , πότε με μια μικρή γαρίδα, με τον κάβουρα τον μαστροπό και με το πέτρινο αφηρημένο ψάρι .

Κάποια μέρα καθώς μεθούσε στον ορίζοντα της σκέψης , με τις σταγόνες της βροχής, ένας θόρυβος , μία θραύση , της υγρής κατάδυσης , ένας δρόμος ανοίχτηκε προς την αγκαλιά του , μια νεαρή κοπέλα ξάπλωσε στο στρώμα του . Ευθύς θυμήθηκε την νεράιδα που στοίχειωσε το σώμα του… Μία μαγική φωνή γκρέμισε την χαύνωσή του και πρόφερε…

- Είσαι εσύ ;

Η κοπέλα δεν απάντησε , μόνο έπλεξε λίγες σταγόνες αίμα με το αλμυρό σύμπαν…

- Εσύ θα είσαι !


Η κοπέλα είχε κλειστά τα μάτια , δεν άκουγε τις επιθυμίες μας . για χρόνια πρόσμενε κάποιον νεαρό φοιτητή… αυτός δεν ερχόταν . Βολτάριζε συχνά στις κόψεις της γης , αγνάντευε τον θάνατο . Αρνιόταν τις προσταγές της φύσης , τριγυρνούσε μόνο . Ο φοιτητής , όπως κι εμείς όλοι , ποθούσε να ερωτευτεί μια χάρτινη γυναίκα , την ηρωίδα μιας φυλλάδας , το μοιραίο άγγιγμα . Μια μέρα , άνοιξε ένα βιβλίο κι ευθύς γεννήθηκε μια εικόνα… σ’ αυτήν έτρεξε , μ’ αυτήν ξάπλωσε , μ’ αυτήν ένωσε την ψυχή με το σύμπαν…

Η κοπέλα κείτονταν τώρα νεκρή και το χειρότερο , αζήτητη . Έμεινε εκεί τρεις ολόκληρους μήνες , μες στην αγκαλιά του μαγεμένου φύκου . Οι πόθοι που ξύπνησαν, η λαχτάρα για μιαν αλήθεια , για ένα συνηθισμένο σ’ αγαπώ . Την κρατούσε αγκαλιά , μοιρολογούσε κι αγρίευε στα πεινασμένα ψάρια μα ήταν ανήμπορος… την έβλεπε μόνο να σπέρνει τα κομμάτια της , να λιώνει να ασκημίζει . Προσπαθούσε να φανταστεί τη φωνή της… καταριόταν τη μοίρα του .

Το πανηγύρι στήθηκε καιρό γύρω από το άψυχο σαρκίο , τα μαλλιά της χτένιζαν τους λαθρεπιβάτες . Ο φύκος έφτασε στο σημείο να επιθυμεί τον γυμνωμένο θάνατο , ονειρευόταν να ρουφά ιδρώτα από χίλιες πληγές , ονειρευόταν ένα φιλί και μια βίαιη κίνηση , ονειρευόταν τον παρθενικό υμένα σινιάλο για βάρβαρες γοές . Μέσα στην αμαρτία βουτηγμένος δεν μέτρησε τις μέρες και τις νύχτες που περνούσαν… ο χειμώνας ήρθε και του την πήρε .



Οι γέροι πεθαίνουν συχνά τον χειμώνα , καθώς κρυώνουν συρρικνώνονται σ’ ένα κέντρο άρρωστο , αντικρίζουν αυτά που έχασαν , τις κενές ώρες , τις απραγματοποίητες ιδέες . Πόσο γέρος αισθανόταν ο φύκος ! Το ρολόι έμοιαζε να έχει σταματήσει… όνειρα που δεν υπήρχαν . Εκτελούσε τις σκέψεις στεγνά , αφέθηκε στο ρεύμα , κοιτούσε και δεν κοιτούσε .

Όταν η άνοιξη μπήκε μετά από πολλές καταιγίδες , τον πλησίασε να τον ζεστάνει μα αυτός γέλασε… χόρεψε με τα παιχνιδίσματα του φωτός μα όλο γλιστρούσε , όλο και δεν υπήρχε . Η απουσία ξέρω πως γεννιέται… αρκεί να κυριαρχεί ο φόβος . Σταμάτησε να ελπίζει κι έγινε υπολογιστής . Ο βυθός μοιάζει σαν ένας κρυψώνας μα το κρυφό χρειάζεται κάτι ακόμα πιο κρυφό για να μην συναπαντήσει τον εαυτό του . Ο φύκος σταμάτησε να προσφέρει στέγη σε φίλους και μη , φανέρωνε γενιές συντρόφων . Έγινε άσχημος και λερός , όλοι τον κουτσομπόλευαν , τα ερωτευμένα ψάρια απέστρεφαν τα ασημένια κάλλη τους , οι αστερίες πολεμούσαν τις ρίζες του .

Τα πάντα ξαναγεννήθηκαν χωρίς αυτόν… πάγωσαν οι εποχές… ίσως να πέρασαν χρόνια . Στις μυθικές χώρες που συναντιόμαστε ξεχνάμε τις αισθήσεις του δειλινού της χαραυγής , του μεσημεριού της νύχτας . Το ηλεκτρικό μαστίζει την φαντασία μας κι ο πολιτισμός κλέβει κάτι απ’ τις ανάγκες μας… την εναλλαγή , όχι το νταπ νταπ των μηχανών , αλλά την ελικοειδή πρόσφυση της αναπνοής με το χρόνο…



Ο φύκος στεκόταν τώρα καταμεσής μιας άλλης άνοιξης , οι γείτονες τον είχαν συνηθίσει κι η μοίρα είχε δέσει τον ιστό της , σκηνοθέτης αισθητικός… διάλεξε εκείνη τη μέρα να την ενορχηστρώσει τρελά , μια μέρα μια στιγμή αναποφάσιστη . Ο ήλιος κρυβόταν και ξεπρόβαλε , άστραφτε και σκοτείνιαζε… τα σύννεφα περαστικά , τρέχαν στον τόπο που ποθούμε… μεγάλα σύννεφα , πότε μικρά… πότε μικρά να χαλιναγωγούν την μοναδικότητα , να πλάθονται μεγάλα… πότε μεγάλα να αναλύουν την υποκειμενικότητα , να κόβονται κομμάτια , να χάνονται . Σουρούπωνε κι ο φύκος έλπιζε να ισορροπήσει στο σκοτάδι . Άγρια η άνοιξη κι η τύχη αγέραστη να σκαρώνει παιχνίδια… ένα αφρόντιστο πλαφ , ξεσπίτωσε ξαφνικά μερικούς γειτόνους , ένα καβούρι γκρεμίστηκε σε μια αμμώδη σπηλιά συναντώντας το θηλυκό και μια κοπέλα κάτασπρη αγκύλωσε τον φύκο… τον αγκάλιασε , τον άρπαξε , τον τράβηξε… η ζωή τον πήρε μαζί της , απεγνωσμένα τον πλήγωσε , δάκρυσε για μια ανάσα , αναδύθηκαν μαζί… ούρλιαξε με το αρχαϊκό Α… όπως λέμε Αρχή και…



Το σούρουπο είχε έρθει για τα καλά , ο βράχος έριχνε τη σκιά του , ερεθιζόταν η ακοή μόνο με τις αναπνοές και το ήρεμο κύμα . Ήταν δύο… άνθρωποι μαζί . Ο Καπετάν Φρη κρατούσε ανοιχτά τα σπλάχνα του για λίγο ανθρώπινο αέρα κι αυτός ο αέρας είχε αποκτήσει τώρα , αξία κρασιού ταξιδευτή , μιλούσε στα στόματά τους… τα δύο χείλη τα γυναικεία , κόκκινα γλυκά , να περιμένουν να παίζουν… τα δυό χείλη τα αντρικά , τραχιά κι αθώα , απ’ τη μοναξιά κουρασμένα . Πριν πέσει το σκοτάδι , είχαν βρεθεί κι οι δυο στην ακτή - αν μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ακτή αυτές τις κόγχες - γευόταν ο καθένας το σώμα του… απίστευτο !

- Είσαι εσύ… είπε με βεβαιότητα ο Καπετάν Φρη .

-Έζησα… είπε η κοπέλα , κατάπιε έναν λυγμό , γέλασε και έκλαψε . Η γη ήταν τόσο φιλική !

- Είναι καιρός που σε περίμενα… δεν γνώριζα…

- Βούτηξα απ’ τον γκρεμό με μια πνοή , ζήτησα τον θάνατό μου… βούτηξα στο ποθητό κενοτάφιο , άγγιξα τη ζωή στον πυθμένα της υγρής απόγνωσης , έσφιξα τα δόντια άρπαξα ένα σημάδι , το κράτησα δικό μου , αναδύθηκα , έζησα . Μοιάζει η μοίρα να με κράτησε απ’ το χέρι και να με πήγε μια βόλτα . Στο δρόμο μου έδειξε τη ζωή και το θάνατο . Παντρεύτηκα μαζί τους και ερωτεύτηκα .

- Μοιάζει ο δρόμος μου να είχε τελειώσει . Έφτιαξα την εικόνα μου , στολίστηκα έναν τίτλο , παγιδεύτηκα στο σπίτι των ωκεανών , έχασα τα μάτια μου , βρέθηκα σ’ ένα σήμαντρο… χτυπούσαν οι εποχές την καμπάνα κι εγώ έπλεα για μια υπόσχεση . Όναιρα είναι και οι εφιάλτες και τιμωρήθηκα… μίσησα το βράχο αυτό , ζήλεψα τους αυτόχειρες. Κοιμήθηκα με το πείσμα μου , το μένος για τη μονότονη κίνηση ήταν μεγάλο . Σήμερα μόλις με ξεγέλασε ο ήλιος… στεκόμουν και ποθούσα το σκοτάδι , το σκοτάδι που έρχεται τώρα . Να κρυφτώ από ποιον…; Τώρα το φεγγάρι με διαπερνά φιλικά κι εγώ δίνομαι στις ακτίνες του . Αρκούσε ένα χέρι , το δικό σου , για να αναστηθώ . Πάντα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή .

- Τι θα κάνουμε τώρα ;

- Θα περάσουμε την ώρα , θα μιλήσουμε , θα αγγιχτούμε , θα σχεδιάσουμε , θα παίξουμε με τ’ αστέρια.



Το σκοτάδι είχε πέσει και `γω με την πένα μου σημειώνω το λογικό τέλος . Η νεράιδα είπε… ο πόθος μεταμορφώνει , κι εγώ λέω… ο πόθος κρύβεται , χρειάζεται σκιά και χρόνο .


( Έργα : 1 Adam Fuss - 2,3,5 Margaret Tait - 4,6 Peter Callesen )

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Γιορτή και σήμερα !


και μετά τι μένει ;

( έργο του Peter Callesen που ανακάλυψα μέσω του msaz )

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2008

simply not alone

video

κοινή σάρκα, δέρμα, ουσία


ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να μη ζει μόνος

( σχέδιο: annaf )

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

Ο Καπετάν Φρη ( μέρος 2ο )


Η μοναξιά θέλει παρέα κι ακόμα κι ένας κοπρίτης δεν μας ξεχνά όταν τα ξερατά μας χύνονται στον αέρα , γι αυτό κι ένα φύκι βρέθηκε να του γλύψει το πόδι , και μετά πήρε θάρρος και του το αγκάλιασε . Σ' αυτήν την κοινωνία των νεκρών φυκιών η ψυχή δε χάνεται παρά μόνο αν η παρέα των ψαριών που τα κατοικεί , κρυφτεί στου θανάτου την χάψη , ξέρετε... εκεί που τσιτσιρίζουμε μικρές λιχουδιές με μιά σαλάτα από δίπλα . Το κήτος , σημειώνω , χάβει ότι βρει , παρέα θέλει ο εκτοπιστής του πελάγους , ο κίνδυνος . Επίσης τα φύκια ζουν γιατί έχουν ρίζες βαθειές , κατάγονται από κάτι έντονους πόνους που εξεγείρονται μ' έναν πήδο στον γκρεμό . Ζουν σε κοινωνίες με συνοχή , ο ένας κάνει του γείτονα τα τερτίπια , όλοι μαζί συνενοούνται και βρίζονται , γι' αυτό ακόμα ένας φύκος φίλησε για αρχή και μετά ξαπλώθηκε στο άλλο πόδι του Φρη . Αυτός αισθάνθηκε γαλήνη μα έψαξε για μιά φωνή ανθρώπινη ή κάποια γήινη κραυγή , σύμβολο ζητούσε για τη σωτηρία του . Εν τω μεταξύ τα φύκια το ένα μετά το άλλο αγκάλιαζαν φιλούσαν μπλέκονταν ερέθιζαν το όργιο των αχαμνών του , γιατί και οι ήρωες των πειραματικών παραμυθιών έχουν αχαμνά , κι ας μη ντρεπόμαστε , λέγονται κι αρχίδια όπως , αρχίδια της οκάς... ο λιλιπούτειος μαθητής θα τιμωρηθεί γι' αυτό... Αίσχος !

Τα φύκια μη έχοντας τι άλλο να κάνουν , τον μάλαζαν σαν πλαστικό χερουβείμ , κι αυτός εξωθώντας τη φωνή κραύγασε...

- Θέλω μία προσευχή... θέλω μία προσευχή .


... τότε μία θεούσα νεράιδα , γέννημα στομαχικού καταπραϋντικού διαλύματος , ξύπνησε , και μιας και ήταν κουφή , εθαύμασε την ορμή , τη μεταδιδόμενη παλμική παράκληση . Το υπερπέραν , σκέφτηκε , με καλεί , ας βελτιώσω το κύτταρο για να βελτιωθεί το σύστημα , και είχε δίκιο , γιατί μ' αυτή την θαρραλέα έξοδο στον χλωμό ορίζοντα του κήτους , ετακτοποίησε όχι μόνο το γραμμένο του Καπετάν Φρη , μα και μιας ολόκληρης γενιάς αναγνωστών την περιέργεια .

- Ποιός , ποιός... εσύ...;

Ο Φρη είχε τώρα ανοίξει τα πόδια του σαν γυναίκα... τα φύκια είναι αισχροί προσδιοριστές του σκότους της φύσης...

- Θες να σωθείς... αν θες να σωθείς , θα σε μεταμορφώσω σ' αυτό που θα υποδεχτεί σαν στρώμα , μιά βασίλισσα θεά... αυτές οι ποιοτικές γυναίκες υπάρχουν παντού μα απογοητεύονται από τους άσφαιρους άντρες . Ο προορισμός μιάς τέτοιας γυναίκας είναι να παρουσιάσει μιά κόρη που θα δώσει σ' έναν τυχερό , να λύσει ένα μυστήριο... μα ο άντρας ψάχνει την ευκολία , ένα χρυσόμαλλο δέρας... εξάπτεται... το θηλυκό χάνεται... πετάει μόνο.

- Φοβάμαι ό,τι είναι κλειστό , ό,τι είναι μυστικό . Τη λατρεία μου θέλω να τρέξω στο κορμί αυτής της γυναίκας , αν την αγαπήσω... θα την αγαπήσω ;

- Θα την αγαπήσεις γιατί θα την σώσεις , θα σε αγαπήσει γιατί θα σωθεί . Θα ξυπνήσει μέσα στον χώρο των συναισθημάτων , θα ξυπνήσει μέσα στην μεταμορφωμένη σου αγκαλιά , αυτή που ξέχασες πλέοντας και φουσκώνοντας τα στήθη τόσα χρόνια .

- Και τι θα την σπρώξει στην αγκαλιά μου ;

- Μην είσαι εγωιστής . Η φυσική βαρύτητα της καρδιάς , σαν μεταφρασμένη μελαγχολία , ολοκληρώνει την απόφαση της αυτοκτονίας , το ένα βήμα .

- Και πως ο χρόνος θα δέσει με το χώρο ; Τα πρόσωπα χάνονται μέσα στον ατέλειωτο ρυθμό των παρεξηγήσεων...

- Καπετάν Φρη , τώρα που είσαι εξαρτημένος απ' το ξεροβολιό του κήτους , φυλακισμένος , ρωτάς να μάθεις όσα τόσα χρόνια πλέοντας ξέχασες . Θα χρειαστείς άλλο τόσο χρόνο , υπόγεια ξαπλωμένος , βαρετά αγκυροβολημένος , ατάξιδος να μείνεις . Θα γνωρίσεις πολλές κατακόρυφες πτώσεις , μα μόνο μία θα ανθίσει... δεν έχεις άλλη επιλογή , τώρα ευκαιρείς να χαρείς την άυπνη κίνηση... ο πόθος μεταμορφώνει...

Έτσι ο Φρη , έξυπνος και πονηρός , γυναικών ωτακουστής , θέλοντας γυναίκα , έστησε καρτέρι και φύκους φέρων , έγινε φύκος ελαφρύς . Με τον βαρετό χρόνο συντροφιά μιά θαλασσοταραχή ελάξευσε το κήτος , άνοιξε η δίοδος του θανάτου και μ' ένα βογγητό ξεβράστηκε ο πληθυσμός μίας χαμένης κι άχρηστης ζωής... φύκια και σκουπίδια . Ο φύκος του Καπετάν Φρη ταξίδεψε ζητιάνος καιρό . Περιφρόνησε τον εαυτό του βλέποντας στα μάτια των παλιών συντρόφων ψαράδων την αδιαφορία και την σιχασιά... στην πραγματικότητα ποιός ασχολιόταν !

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2008

Twilight

video

ακολουθώντας την ε

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2008

Το μόνο της ζωής μου διήγημα... Ο Καπετάν Φρη ( μέρος 1ο )


Η ιστορία του Καπετάν Φρη , απλή . Ταξίδευε και ψάρευε , ταξίδευε και ψάρευε . Τα κύματα μεγάλα κάποιες φορές , μεγάλοι κι οι κίνδυνοι , μ' αυτός γλυστρούσε γαλήνεια , σοφός , μετρώντας τ' 'αστρα , τους οιωνούς... ταξίδευε και ψάρευε... αυτό... δε φοβόταν , χαμογελούσε στον γέρο Ήλιο , στο φεγγάρι που του 'κλεινε το μάτι , κι ονειρευόταν... αγκαλιές ονειρευόταν , μα ο ύπνος τον έπαιρνε μαζί με το κύμα . Όλα μείναν ιδέες μέσα σε μια θάλασσα που δεν τελειώνει.

Μιά μέρα , μεσημέρι ώρα με τον Ήλιο ψηλά σε απροσπέλαστη όψη , ένας άνεμος ήρθε προειδοποίηση δεύτερου... δεύτερος άνεμος ήρθε προειδοποίηση σφοδρότερου τρίτου... τρίτος άνεμος ήρθε , πρειδοποίηση - καμία σχέση με φτερωτή καντάδα - της ερχόμενης καταστροφής... και μιας και πρόδοσα το σχέδιο της μοίρας , λέω ότι, ο άνεμος αυτός ο τελευταίος , στόχο έβαλε να πάρει τον Καπετάν Φρη και να τον σεργιανίσει βαθειά στα κύματα.

Αχ , πως το δάκρυ σβήστηκε απ' τον αγέρα καθώς ο Φρη πέταξε μιά χεριά , κουπιά , ν' αγγίξει την λικνιστή , αγκιστρωμένη στον άνεμο , μέλλουσα νεόνυμφη των ναυαγίων , βάρκα του ! Ο πνιγμός είναι κατάληξη των ανάξιων και άμοιρων ναυτικών , μα ετούτος εδώ είχε μιά μοίρα γεμάτη σαν κολοκύθα , γι' αυτό και το κοίτος Τριξ έκοψε με πλάγιο μάτι μιά επενδυτική ευκαιρία να μπει στην ιστορία... άνοιξε το στόμα του κι ένα μπανάλ χαψ έκρουσε στη μυθοπλαστική ανάγκη του μυαλού μας .

Που βρισκόμαστε κύριοι ! Σε τέτοιους εξωφρενικά δυσοίωνους καιρούς ! Τι μου θυμίζει αυτό το χαψ , κι αυτό το κύλισμα , γαργάλισμα στον ουρανίσκο , βουτιά στον οισοφάγο , άπεπτο μενού ! Πόσο η απογοήτευση κι η γκρίνια είναι συνοδοί μας σ' αυτή την κρατική μεσαίωνη πλεξούδα με γραφεία χωρίς κομπινεζόν και ξέχειλες ζαρτιέρες , χωρίς μια προοπτική ηδονής και...

Τι φρίκη ! θα σκέφτηκε ο Καπετάν Φρη προχωρώντας σ' έναν οισοφάγο με κραυγές ψαριών να υψώνονται απ' το βάθος , να απαντούν στις τυμπανοκρουσίες μιας γαλέρας , βυθισμένης διότι βαραίνουν οι καρδιές των σκλάβων μες στις αμαρτίες των μαστιγωτών τους . Και βρέθηκε ο Φρη εκεί , στο στομάχι του κήτους Τριξ - χώρος ανοιγμένος με πύρινα οστά - σ' έναν ουρανό σάρκας επί σαρκός... και γαντζώθηκε ο καημένος σ' ένα ώχρινο οστό , τα πόδια του σάλευαν κατά τα κέφια του κήτους , ο θυμός εζούρλαινε τις στομαχικές κατακόμβες και τα νερά θόλωναν από αμάσητα φύκια . Εκεί αναρωτήθηκε αν αμιά ζωή άδεια από έλη και στεναγμούς , γεμάτη από ώσεις , αντιστάσεις κι εκτινάξεις ενός μαγικού ψαροκάλαμου , φονιά γλυκυτάτων γοργόφτερων ψαριών , μπορεί να λάβει τέλος .

Αισθάνθηκε μόνος , για πρώτη φορά . Ο Ήλιος που χάθηκε δεν θα εφώτιζε ξανά μιά φαντασία , ένα όνειρο μιας καλής κοπέλας... ψαρούς βέβαια . Τα μαλλιά που την έλουζαν χρυσή αισθάνθηκε να μαραίνονται , όπως ο κορμός του ο ίσιος , μαραινόταν τώρα μες στα αχώνευτα νερά . Απειθάρχητες οι σκέψεις κι αυτός να ακούει την βάρκα του την αβάπτιστη βαθειά να τον προσβάλει , να φωνάζει , άδραξε το τιμόνι , βάστα όρτσα . Τι κατάντια !

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

Αηδίασμα ξανά


Όχι δεν πρόκειται για 35χρονη συμβασιούχο, ούτε για ανώνυμη blogger που σερφάρει για να ψαρέψει κολακευτικά σχόλια (αν όχι... θεέ μου βόηθα !). Πρόκειται για την Βίκη Κυριακουλάκου που παίζει στην performance "Αηδίασμα" της ομάδας Nova Melancholia... ένα σχόλιο για την σχέση μας με την ύλη.